ασυντήρητος

ασυντήρητος
η , ο [ος , ον ] 1.
1) заброшенный, запущенный (о доме, помещении); 2) которого невозможно содержать (о ребёнке и т. п.);

με τέτοιο μισθό η οικογένεια είναι ασυντήρητη — при такой зарплате нельзя содержать семью;

3) брошенный без материальной помощи (о родителях, детях);
4) скоропортящийся (о продуктах); 2. (η ) проститутка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ασυντήρητος" в других словарях:

  • ασυντήρητος — η, ο (Μ ἀσυντήρητος, ον) νεοελλ. αυτός που δεν έχει τα μέσα να συντηρηθεί μσν. επισφαλής, αναξιόπιστος …   Dictionary of Greek

  • ασυντήρητος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δε συντηρείται, που έχει εγκαταλειφθεί: Το σπίτι, όταν μείνει ασυντήρητο, καταστρέφεται. 2. αυτός που δε βοηθιέται οικονομικά: Έχει αφήσει τους γονείς του ασυντήρητους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀσυντηρήτως — ἀσυντήρητος inaccurate adverbial ἀσυντήρητος inaccurate masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυντήρητον — ἀσυντήρητος inaccurate masc/fem acc sg ἀσυντήρητος inaccurate neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυντηρήτου — ἀσυντήρητος inaccurate masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»